ἑστιατόριον

ἑστιᾱτ-όριον, later [suff] ἑστιᾱτ-ειον, τό,
A = ἑστιατήριον, IG11(2).144A68 (Delos, iv B. C.), Theopomp.Hist.32, Bull.Soc.Alex.5.126 (iii B. C.), Sammelb.6596 (ii B. C.), D.H.2.23, SIG1109.141 (Athens, ii A. D., -είου) : [dialect] Ion. [full] ἱστιητόριον Hdt.4.35 : Rhod. [full] ἱστιατόριον IG12(1).677 (iii B. C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑστιατόριον — ἑστιᾱτόριον , ἑστιατόριον neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εστιατήριον — ἑστιατήριον, τὸ (Α) τόπος καθορισμένος για να γίνονται οι εστιάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού εστιατόριον αναλογικώς προς τα ουσ. σε τήριον (πρβλ. εργασ τήριον)] …   Dictionary of Greek

  • εστιατόριο — το (ΑΜ ἑστιατόριον, Α και ἑστιατόρειον και ιων. ἱστιητόριον και ροδ. ἱστιατόριον) νεοελλ. 1. αίθουσα φαγητού, τραπεζαρία 2. ξενοδοχείο φαγητού, ρεστωράν, μαγειρείο, ταβέρνα αρχ. ο τόπος όπου γίνονται οι εστιάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. Προέρχεται από το… …   Dictionary of Greek

  • ιστιητόριον — ἱστιητόριον και ἱστιατόριον, τὸ (Α) εστιατόριο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιων. παράλλ. τ. τού ἑστιατόριον*. Για την ερμηνεία τού ἱ βλ. λ. εστία] …   Dictionary of Greek

  • ἑστιατορίοις — ἑστιᾱτορίοις , ἑστιατόριον neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑστιατορίῳ — ἑστιᾱτορίῳ , ἑστιατόριον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑστιατόρια — ἑστιᾱτόρια , ἑστιατόριον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.